της ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΡΑΜΗ

Ανειρήνευτη και ταραγμένη επικράτεια. Ανεμογυρίζει ένας ροκ ντεληβοριάς. Κουκουλώνομαι το πανωφόρι μου και γυρίζω τοίχο τοίχο. Ακριβώς όπως τα ντουβάρια του Αχιλλέα Χρηστίδη γέρνουν και τώρα πιθανόν να καταρρεύσουν κάτω από τα μάτια μας. Ο ζωγράφος δεν βρίσκει παρηγορητική ηρεμία ούτε στην φύση.
Μαζί του χάνω κι εγώ την πίστη μου στον κατευναστικό διηνεκή της χαρακτήρα. Η τοπιογραφία του περιλαμβάνει πάντοτε το δομημένο ίχνος του ανθρώπου. Ευάλωτο συνεπώς. Σπιτάκια ανίσχυρα μέσα στην μοναχική απεραντοσύνη, κάπως σαν Έντουαρντ Χόππερ, πλην άνωθεν αιωρείται η καταβροχθιστική απειλή. Παράθυρα διεσταλμένα, βουλιμικές πυρκαγιές, ακατονόμαστες εκρήξεις. Το έσω, κτιστοί κλειστοί χώροι και ο συλλογισμένος ένεδρος φωνάζουν προς τα έξω, το ασκεπές, το εκτεθειμένο, τα σύννεφα, την θάλασσα, πως δεν απολαμβάνουν ουδεμιάς προστασίας. Και βγαίνοντας από τις ναρκοθετημένες κάμαρες του ζωγράφου, τι μας περιμένει; Κυπαρίσσια που ριπίζονται από την μάνητα του αέρα, βάρκες που προσάραξαν για να ξεχειμωνιάσουν, μια πλούσια ψαριά κι ένας φτωχός ψαράς, η φλεγόμενη βάτος.
Το ένστικτο της ζωής και το αντίπαλό του μας χορηγήθηκαν άραγε σε μια προκαθορισμένη δοσολογία; Το καλλιεργήσαμε αυτοπροστατευόμενοι ή αυτοκαταστρεφόμενοι; Ή υφιστάμεθα εναλλασσόμενες φάσεις αυτοκτονικές ή αισιόδοξες που μοιραία κατευθύνουν τις αισθητικές μας προτιμήσεις;
Δίχως εικαστική παιδεία η ματιά μου αγάλλεται από τον Tieppolo, τον αθώο Beato Angelico, τη φωτοφόρα Αναγέννηση, τους Εμπρεσιονιστές, τους Nabi. Ο Bonnard είναι ο ζωγράφος της καρδιάς μου. Μια προδιάθεση για την εύκολη ευτυχία. Απλοϊκή θαρρετή, πρωτογενής χαρά. Τούτων λεχθέντων, οι ζωγραφιές του Αχιλλέα με συγκινούν χρόνια και χρόνια. Απορροφώ το άγχος που αποπνέουν. Η σφοδρότητά τους με περιδινίζει. Να. Έτσι δα θα απλώσετε το χέρι για να σας αγγίξουν οι ηλεκτρικοί σπινθήρες. Νιώθετε το σφρίγος. Θα επευφημήσετε το θάρρος των χρωματικών κραδασμών. Γιατί εδώ υπάρχει μια ανδρική γενναιότητα. Ο αρσενικού γένους ηρωισμός κάποιου που εκθέτει την αγωνία του, το αίσθημά του, την συγκρουσιακή του φόρα σαν να ’ναι ακόμα και πάντοτε η πρώτη φορά.
Ο Χρηστίδης διαφυλάσσει την εφηβική του φούρια. Βασανίζεται κι αναρωτιέται μπας κι έχει κάνει συμβιβασμούς. Δεν έχει. Απόδειξη το άλκιμο έργο του. Προϊόν μιας υπερφυσικής γεννήτριας που παράγει ενέργεια. Ξέρω καλά την ύπαρξη αυτής της μασίνας, εκεί κάτω από το διάφραγμα. Δύναμη κι εντούτοις φόβος. Φόβος, άρα, ελπίδα. Τα δελφίνια εν τέλει πετούν. Μια παραμυθένια, ξανθή αρραβωνιαστικιά φιλά στο μέτωπο τον θλιμμένο νέο. Σαν άγγελος παραμυθίας. «Λάθος, πρόκειται για το φιλί του αποχωρισμού». Ο ζωγράφος επιμένει στους αδύνατους έρωτες. Και όμως, τα σπερματικά άνθη, γιγαντένιες μαργαρίτες, θάλλουν και χαμογελούν και καταφάσκουν την αγάπη. Προσωπικές ερμηνείες. «Μη σταθείς στις ιδέες. Το σημαντικό έγκειται στην κατασκευή. Στο ότι γεμίζω το μηδέν, το λευκό, το κενό». Μα, προφανώς, αναλογισθείτε την έξαρση της δημιουργίας κάτι από το τίποτα. Σκεφθείτε τη φυσίζωο πνοή που δίνει ο Αχιλλέας Χρηστίδης στα κίτρινα χρώματα της ζαφοράς, στα τυρκουάζ, τα πετρόλ, τα μπλε της νύχτας και του πόντου, στα γκλοριόζα κοραλλιά.
Τα μισά ταμπλό αυτής της έκθεσης δείχνουν αυτό που έχουμε. Τα υπόλοιπα ό,τι ποθούμε, μου εξηγεί. Παράδειγμα, οι δυο άντρες στην ερημιά εικονίζουν τη φιλία. Ενώ το καθιστό ζευγάρι, που προσπαθεί να συνομιλήσει εν μέσω ενός καταιγισμού συμβάντων, υπαινίσσεται το μάταιο της επικοινωνίας.
Λάθος που παγίως κάνουμε: μη ρωτάτε τον καλλιτέχνη για τις προθέσεις και την ιδιωτική παρασημαντική. Ταΐστε το βλέμμα σας με την ομορφιά της ζωγραφικής. Αρκεί. Η ευχαρίστηση, η ταραχή θα δουλέψουν μέσα μας περαιτέρω. Αρκεί.

ΜΑΡΙΑ ΧΑΡΑΜΗ, 1998